
Το Τhe Promise είναι έντεκα κομψές μινιατούρες, πρωτότυπες συνθέσεις του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, με εξαίρεση το Τζιβάερι, σε μια εξαιρετικά εμπνευσμένη διασκευή.
Το μουσικό θέμα Τhe Other ανοίγει το δίσκο και επανέρχεται ως βασικό μοτίβο, με διάφορες παραλλαγές. Σε όλη την ηχογράφηση η ενδελεχής διατύπωση, η λεπτότητα και η ακρίβεια του ήχου διαποτίζονται από ποιητική ευαισθησία. Μουσική ήρεμη και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική. Η αφαιρετική της ιδιοσυγκρασία είναι μαγική καθώς ο ακροατής μπορεί να ακολουθήσει τα βήματα και την εξέλιξη αυτής της εύθραυστης και συγχρόνως δυνατής αρμονικής ανάπτυξης.
«Το πιο ενδιαφέρον και συγχρόνως σημαντικό για μένα, είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζω το πιάνο. Θα έλεγα ότι είναι ένας…ορχηστρικός τρόπος. Σε μερικά περάσματα φαντάζομαι ότι έχω ένα σύνολο εγχόρδων δίπλα μου, ενώ σε άλλα, έναν σολίστ πνευστών. Κάθε νότα σκιάζεται και ζυγίζεται προσεκτικά, όλα αντιμετωπίζονται ως μέρος μιας μεγάλης ηχητικής παλέτας ορχήστρας» αφηγείται ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος.
Αν και το 90% της μουσικής αποτελείται από «γραμμένες συνθέσεις», -το υλικό δημιουργήθηκε σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, μόλις μερικές βδομάδες πριν την ηχογράφηση- διαθέτει μια σπάνια ευελιξία σαν να ήταν μπαλάντες που προέκυψαν από αυθόρμητο αυτοσχεδιασμό.
Το Τhe Promise, είναι η έκτη δισκογραφική συνεργασία του Βασίλη Tσαμπρόπουλου με την ECM, και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του καλλιτέχνη, ο πιο προσωπικός του, μέχρι σήμερα.
Στην πιο πρόσφατη μουσική του, ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος, παρότι ακόμα και σήμερα ερμηνεύει κλασικά δεξιοτεχνικά έργα, αποποιείται τη δεξιοτεχνία σαν βασικό κανάλι έκφρασης. Ο ακροατής καλείται έτσι να πάρει το χρόνο του με τη μουσική, να συγκεντρωθεί και για να ανακαλύψει το μονοπάτι του. Εκεί βρίσκεται και η υπόσχεση (Τhe Promise) αυτού του δίσκου. «Είναι πολύ εύκολο για μένα να παίξω πολλές γρήγορες νότες. Εντούτοις, είναι μια αρχή της ζωής μου το ουκ εν τω πολλώ το ευ… Η απλότητα είναι δύσκολο επίτευγμα. Ως ερμηνευτής και ως ακροατής προσπαθώ να βρω την ομορφιά στην εσωτερική πλευρά των πραγμάτων, στη λεπτομέρεια, τις αποχρώσεις τα σημεία εκείνα που δεν είναι προφανή» λέει ο ίδιος.
Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και, σε ηλικία δέκα ετών, κέρδισε σε έναν διαγωνισμό πιάνου της ΟΥΝΕΣΚΟ. Μελέτησε στη συνέχεια στην Αθήνα, στο Παρίσι, το Σάλτζμπουργκ και στο Juilliard School of Music. Ανάμεσα στους δασκάλους του ήταν ο Rudolf Serkin και η Tatjana Nikolayeva. Μετά τις διακρίσεις του σε μεγάλους διεθνείς διαγωνισμούς (Τορόντο, Μπουζόνι, Ληντς) άρχισε η διεθνής σταδιοδρομία του με σημαντικές εμφανίσεις σε όλη την Ευρώπη. Έχει αναγνωριστεί από τους κριτικούς και το κοινό ως γνήσιος αλλά ταυτόχρονα και ανανεωτικός ερμηνευτής της ρομαντικής μουσικής, και ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους πιανίστες της γενιάς του. Πολύ σύντομα ερμήνευσε έργα με μεγάλες ορχήστρες όπως η Φιλαρμονική του Κλήβελαντ, η Φιλαρμόνια του Λονδίνου, η Φιλαρμονική της Τσεχίας, η Φιλαρμονική του Χιούστον, η Συμφωνική της Γιούτα, η Συμφωνική της Λυών, η Ορχήστρα της Ιταλικής Ραδιοφωνίας, η Ορχήστρα Δωματίου Βουδαπέστης και οι Ορχήστρες RAI στο Μιλάνο και στο Τορίνο. Με την ενθάρρυνση του Chick Corea, άρχισε να αυτοσχεδιάζει στα πλαίσια της τζαζ. Από τότε ακολούθησε παράλληλα μονοπάτια. Η συνεργασία του με τον μπασίστα Arild Andersen τον έφερε στην ECM το 1999. Μετά από την έκδοση του σόλο άλμπουμ Akroasis, βασισμένο στους βυζαντινούς ύμνους, διαμόρφωσε ένα ντουέτο με τη γερμανίδα βιολοντσελίστα Anja Lechner, που κατέληξε στην ηχογράφηση Chants, Hymns and Dances με μουσική του G.l. Gurdjieff. Το άλμπουμ σημείωσε εξαιρετική επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνέχεια αυτής της συνεργασίας υπήρξε το Melos, το 2008 με την προσθήκη του U. T. Gandhi το οποίο εξίσου απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια. Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος έχει συνθέσει μουσική για διαφορετικά μουσικά σύνολα και πλαίσια: από μουσική για σόλο πιάνο έως και μουσική για ορχήστρα.
Από το 2008 είναι επίτιμο μέλος του International Rachmaninoff Society.