Ο Ζυλ Ντασσέν υπήρξε ένας «οικείος ξένος». Έζησε στην Ελλάδα πάνω από το ένα τρίτο της ζωής του, προσέφερε στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας, ερωτεύτηκε το µεσογειακό τοπίο και τον πολιτισµό του…
Το 22ο Φεστιβάλ Υµηττού, επέλεξε στο πλαίσιο της φετινής αναφοράς του στη Μεσόγειο να συµπεριλάβει ένα µικρό αφιέρωµα στο δηµιουργό και στο έργο του, παρουσιάζοντας τέσσερις από τις πιο χαρακτηριστικές κινηµατογραφικές του ταινίες.
Πέμπτη 10 Ιουλίου: Νύχτα και η πόλη
Παρασκευή 11 Ιουλίου: Ριφιφί
Σάββατο 12 Ιουλίου: Τοπ Καπί
Κυριακή 13 Ιουλίου: Ποτέ την Κυριακή
Η αποκαλυπτική καρδιά (1941)
Πράκτορας των Ναζί (1942)
Οι υποθέσεις της Μάρθας (1942)
Μετά την καταισχύνη (1942)
Νέες Ιδέες (1943)
Το Φάντασμα του Κάντερβιλ (1944)
Ένα Γράμμα για την Ήβη (1946)
Δυο Έξυπνοι Άνθρωποι (1946)
Ο δήμιος των κολασμένων (1947)
Η γυμνή πόλη (1948)
Άνθρωποι του αίματος (1949)
Νύχτα και η πόλη (1950)
Ντοκιμαντέρ της σειράς «Μeet the Μasters»
για τις μουσικές σχολές (1952)
Ριφιφί (1955)
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1957)
Θηλυκός δαίμων (1959)
Ποτέ την Κυριακή (1960)
Φαίδρα (1962)
Τοπ Καπί (1964)
Στις 10.30 ένα καλοκαιρινό βράδυ (1966)
Nτοκιμαντέρ για τον «Πόλεμο των έξι ημερών» (1968)
Εκτέλεση εν ψυχρώ (1968)
Υπόσχεση την αυγή (1970)
Η δοκιμή (1974)
Κραυγή γυναικών (1978)
Στα 16 γνώρισα τον έρωτα (1980)
Γεννημένος στις 18 Δεκεμβρίου του 1911 στη μικρή κωμόπολη Μιντλτάουν του Κονέτικατ, μέλος μιας πολυμελούς οικογένειας πέρασε σκληρά παιδικά χρόνια στις φτωχογειτονιές του Χάρλεμ, όπου ο ρωσοεβραϊκής καταγωγής πατέρας του δούλευε ως κουρέας.
Ήταν γύρω στα 17 όταν, μαγεμένος από τον κόσμο του θεάτρου, έγινε μέλος της Artef (ως ηθοποιός αρχικά), μιας ομάδας η οποία στήριζε κυρίως το εβραϊκό λαϊκό θέατρο. Στη δεκαετία του ’30, κι ενώ η οικονομική ύφεση βρίσκονταν στο απόγειό της, στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, το θέατρο θριάμβευε χάρη στο επιδοτούμενο από την κυβέρνηση Theatre Works Project, στους κόλπους του οποίου ο Ντασσέν ανδρώθηκε καλλιτεχνικά, παράλληλα με μορφές όπως ο Ουέλς και ο Καζάν.
Ζούσε διασκευάζοντας έργα για το ραδιόφωνο και ήταν με μια διασκευή του πάνω στο Παλτό του Γκόγκολ, με το οποίο έκανε και το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης στη σκηνή. Η μία σκηνοθεσία έφερε την άλλη, μέχρι που ήρθε και το πρώτο συμβόλαιο από το Χόλυγουντ.
Ο Ντασσέν βρέθηκε να μαθητεύει δίπλα σε κολοσσούς όπως ο Κέινεν και ο Χίτσκοκ. Όταν έληξε το συμβόλαιό του γύρισε δοκιμαστικά μια μικρού μήκους ταινία, τη Μαρτυριάρα Καρδιά βασισμένη σε διήγημα του Πόε, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε κανένας παράγοντας να τη δει, έως ότου προβλήθηκε κατά λάθος σε μια αίθουσα στη θέση των επικαίρων και άρεσε. Αυτό το τυχαίο γεγονός του έδωσε και το πράσινο φως για την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το 1941, το Πράκτορας των Ναζί με πρωταγωνιστή το μεγάλο σταρ του Ράινχαρτ, Κόνραντ Φάιτ.
Έτσι έγινε δεκτός σε μια παρέα εξόριστων διανοουμένων από τη Ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη, που περιελάμβανε σημαντικές προσωπικότητες: ανάμεσα σε άλλους, το Μπρεχτ και τον Τόμας Μαν.
Όταν μετά από επτά ταινίες στην παντοδύναμη MGM αρνήθηκε να συνεχίσει, η άρνησή τους να διακοπεί το συμβόλαιό του τον οδήγησε σε μια ιδιότυπη λευκή απεργία: έπαψε να εξαργυρώνει τα τσεκ που λάμβανε, απορρίπτοντας όλα τα σενάρια που του έστελναν. Αλλά η οριστική ρήξη ήρθε όταν συγκρούστηκε με το «μεγάλο αφεντικό» Λούις Μάγερ.
Ρήξη καταλυτική, αφού σύντομα ακολούθησε η συνεργασία του με τον «πεφωτισμένο» παραγωγό Μαρκ Χέλλινγκερ, χάρη στον οποίο γύρισε τα δύο πρώτα του σημαντικά φίλμ: το ∆ήµιο των κολασµένων με τον Μπαρτ Λάνκαστερ το ’47 και τη θρυλική Γυµνή Πόλη το ’48.
Η Γυµνή Πόλη υπήρξε μια από τις πρώτες ταινίες γυρισμένη στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Εισήγαγε το νεορεαλισμό στον αμερικανικό κινηματογράφο: Μια καταγραφή των μεγάλων αντιθέσεων και της αθέατης πλευράς του κόσμου του εγκλήματος, ένας συνδυασμός ντοκιμαντέρ και φιλμ νουάρ. Αν και το τελικό μοντάζ απογοήτευσε τον Ντασσέν η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, φτάνοντας να δώσει τον τίτλο και την ιδέα σε τηλεοπτική σειρά.
Η επόμενη εξαιρετική επίσης δουλειά του θα ήταν γύρω από τη μαφία των εμπόρων οπωροκηπευτικών της Καλιφόρνια σε σενάριο του Bezzerides, το Thieves Highway.
Ο Μακαρθισμός δεν αργεί να πλήξει τον αριστερών πεποιθήσεων σκηνοθέτη, ο οποίος φιγουράρει στη μαύρη λίστα όταν υπογράφει τη σκηνοθεσία μιας επιθεώρησης με τη Μπέτυ Ντέιβις. Ο φίλος του Ντάρυλ Ζάνουκ της 20th Century Fox, τον στέλνει επειγόντως στο Λονδίνο να γυρίσει την ταινία που αποδείχθηκε το προσωπικό του αριστούργημα, το Νύχτα και η πόλη. Η ταινία στην οποία φανερώνεται, όλη του η ευαισθησία και μαστοριά, ο ανθρωποκεντρισμός του και ο λυρισμός του!
Αναγκάζεται να πάρει την οικογένεια του, την πρώτη του γυναίκα Μπέατρις Λόνερ και τα τρία τους παιδιά και να εγκατασταθούν στο Παρίσι, όπου περνούν πέντε δύσκολα χρόνια καθώς το αμερικάνικο σύστημα διανομής σαμποτάρει το όνομά του. Πουλάει σενάρια με ψευδώνυμο, ενώ διάφορες απόπειρες να σκηνοθετήσει στην Ιταλία ναυαγούν. Ώσπου του προτείνουν ένα γαλλικό φιλμ νουάρ, το Ριφιφί, ως σπεσιαλίστα του είδους. Η ελλιπής γνώση γαλλικών τον οδηγεί στο διάσημο πια τριανταπεντάλεπτο σιωπηρής ληστείας (δέκα χρόνια μετά, το επανέλαβε στην κωμωδία Τοπ Καπί που του χαρίζει το βραβείο σκηνοθεσίας του 1955 στις Κάννες.
Εκείνη ακριβώς τη χρονιά η Μελίνα Μερκούρη ελπίζει σε ένα βραβείο με τη Στέλλα, αλλά αντ’ αυτού συναντάει το Ντασσέν, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και της δίνει το διαβατήριο της διεθνούς καριέρας. Τον φέρνει στην Ελλάδα, γυρίζουν μαζί στην Κρήτη το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη (στα γαλλικά με τίτλο Celui qui doit mourir, την πρώτη διεθνή παραγωγή στη χώρα μας.
Το Ποτέ την Κυριακή --στο οποίο ο Ντασσέν κράτησε τον αντρικό πρωταγωνιστικό ρόλο ελλείψει χρημάτων-- έγινε παγκόσμια επιτυχία, έκανε την Ελλάδα τουριστικό προορισμό και τη Μελίνα σούπερ σταρ, αφού πρώτα της εξασφάλισε το βραβείο ερμηνείας του 1960 στις Κάννες, αλλά και στο Ντασσέν μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, για τη σκηνοθεσία και το σενάριο.
Το ζεύγος γυρίζει την επόμενη χρονιά μια ελληνική τραγωδία σε σύγχρονο φόντο, τη Φαίδρα ύστερα την πρώτη τους έγχρωμη ταινία, το Τοπ Καπί.
Παντρεύονται με πολιτικό γάμο στην Ελβετία και φεύγουν για το Μπρόντγουεϊ. Ανεβάζουν σε εκδοχή μιούζικαλ το Ποτέ την Κυριακή με τίτλο Illya Darling, στην Ελλάδα επιβάλλεται δικτατορία και στο Ισραήλ ξεσπάει ο πόλεμος των έξι ημερών. Ο Ντασσέν ταξιδεύει στο Σινά για να γυρίσει το αντιπολεμικό ντοκιμαντέρ Survival.
Επιστρέφει στο Χόλυγουντ με μια «μαύρη» εκδοχή του, το Up Tight, με τη Ρούμπι Ντι, συν-σεναριογράφο, αλλά δε γίνεται ευμενώς αποδεκτή από τη μαύρη κοινότητα κι ας συμπεριλάμβανε σκηνές από την κηδεία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Τους απαγορεύεται με τη Μελίνα να επισκεφθούν την Ελλάδα λόγω της συμμετοχής τους στον αντιδικτατορικό αγώνα κι έτσι γυρίζουν στην Πολωνία με τον Ασάφ Νταγιάν, γιό του Ισραηλινού στρατηγού, την τρυφερή αυτοβιογραφία του Ρομάν Γκαρί Υπόσχεση στην Αυγή.
Συγκεντρώνουν χρήματα για να κάνουν ένα φιλμ για τη χούντα, αλλά τους προλαβαίνουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου κι έτσι η Πρόβα δεν καρπώνεται την απήχηση που επεδίωκαν παρ’ όλη τη συμβολή σημαντικών προσωπικοτήτων σ’ αυτή.
Ο Ντασσέν ξεκίνησε από το θέατρο και εκεί επέστρεψε μετά τη Μεταπολίτευση, σκηνοθετώντας με τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία, επιλεκτικά, έργα – σταθμούς της θεατρικής δραματουργίας.
Ξεχώρισαν οι σκηνοθεσίες του στα έργα Γλυκό πουλί της νιότης του Τεν. Ουίλλιαμς (θίασος Γ. Φέρτη με τη σύμπραξη της Μελίνας Μερκούρη), Όπερα της πεντάρας του Μπρεχτ (με το θίασο του Ν. Κούρκουλου και σύμπραξη της Μερκούρη), Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ του Άλμπη (θίασος Καρέζη-Καζάκου), Ένας µήνας στην εξοχή του Τουργκένιεφ και Το σπίτι µε τις ραγισµένες καρδιές του Σω (τα δύο τελευταία στο Εθνικό Θέατρο).
Ως σκηνοθέτης θεάτρου, ο Ντασσέν διακρίθηκε για την τέλεια διεύθυνση των ηθοποιών, τους έξοχους ρυθμούς του και την κινηματογραφική ατμόσφαιρα που αναδείκνυε τα έργα και βάθαινε τις σχέσεις των προσώπων.
Ο θάνατος τον βρήκε στις 31 Μαρτίου 2008 σε ηλικία 97 ετών.
Ο Ντασσέν είναι ένας πλήρης δημιουργός που έθεσε πάντα την τέχνη του στην υπηρεσία του ανθρώπου. Πέρα από την υψηλή ποιότητα του έργου του, με τις κοινωνικές, λυρικές και τραγικές προεκτάσεις του, τον διακρίνει, μια ουμανιστική ηθική που συνδυάζει τις αρετές των αρχαίων με τη σύγχρονη προοδευτική σκέψη και ένα βαθύ αίσθημα δικαιοσύνης και ελευθερίας.
Πηγή: Χρήστος Παρίδης
