ο χάρτης των εκδηλώσεων
 
 

Aφιέρωμα: To xρώμα και το φως της μεσογείου

Εικαστικοί περίπατοι με θέμα το μεσογειακό τοπίο

...Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο 
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ λαιμό τους 
οι αίγαγροι των βράχων 
Αγερομπασιά – 
Τα πλατειά μαλλιαρά στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι 
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό 
Πάει κι έρχεται στ’ άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι 
Πάει κι έρχεται βουίζοντας και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα 
[…]
…Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας 
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας 
Πικασσό: Παλόμα 
Πικασσό: Ιπποκένταυρε 
Πικασσό: Guernica 
[…]
…Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει – κι η γυναίκα 
με τη γιγαντιαία πατούσα 
Στον αέρα – τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της 
[…]
…Την ώρα που εσύ θηρίο 
Εσύ Παύλε Πικασσό 
Πικασσό Παύλε που μες στ’ αμάραντα μάτια σου 
Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ’ εκατομμύρια 
Στρέμματα φυτεμένης γης 
Δουλεύεις το πινέλο σου σα να τραγουδάς 
Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυρκαγιές 
Σα να πλαγιάζεις νύχτα – μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή 
Σα να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού 
Ενώ εσύ θυελοχαϊδεμένε 
Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους 
καρπούς των χεριών 
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο 
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι 
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις 
Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρώνια και διαμάντια 
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια 
η κίνηση της γης που μας έφερε και που θα μας πάρει 
Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα 
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου 
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν 
και που θα περάσουν!  
Οδυσσέας Ελύτης,  Ωδή στον Picasso (αποσπάσματα)

Golfe Juan 1948 

Επιχειρώντας να ορίσουμε τη μεγάλη κλειστή θάλασσα της Μεσογείου, προσμετρώντας τα  800.000 τ. μίλια που σφιχταγκαλιάζουν ταυτόχρονα την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, ξεκινώντας από το Γιβραλτάρ και καταλήγοντας στις ακτές της Συρίας, αναζητώντας τα μέγιστα βάθη της, που εντοπίζονται νοτιοδυτικά από το ακρωτήριο Ταίναρο, εισχωρούμε σε έναν ιδεατό μικρόκοσμο, παλλόμενο από τις πολλαπλές επιλογές των μπλε και της ώχρας. Αντιμέτωποι με μια περίκλειστη δεξαμενή ευχών και θεαμάτων, με ένα υπό κλίμακα σκηνικό, φτιαγμένο από χρώμα και φως, αναζητούμε την αφετηρία του Οδυσσέα, του Θησέα, του Ηρακλή και του Ιάσωνα. Ακολουθούμε τα ίχνη του Στράβωνα, του Αρριανού και του Αρτεμίδωρου, ψαύοντας μια θαλασσινή αγκαλιά που από την απαρχή της ιστορίας χώριζε και ένωνε παράκτιους λαούς και αρχαίους πολιτισμούς με λαμπρές μητροπόλεις και εύρωστες αποικίες, οδηγώντας τους στην περιπέτεια και το κυνήγι της τύχης: από την εποχή του Χαλκού, Φοίνικες, Σύριοι και Αιγύπτιοι, Μινωίτες, Κυκλαδίτες και Μυκηναίοι, κι αργότερα Έλληνες και Ρωμαίοι, τιθασεύοντας την ανοιχτή θάλασσα, την μεταμόρφωσαν σε οικείο διαπολιτισμικό χώρο ανταλλάξιμων αγαθών και τέχνης, σκέψης και γνώσης, δοξασιών κι εθίμων, συνεισφέροντας στη διαμόρφωση ενός κοινού ασύμμετρου μα ευσύνοπτου τοπίου με ειδικά χαρακτηριστικά. 

Κι αν ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί επί μέρους ονόματα θαλασσών και κόλπων για να την προσδιορίσει, άλλοι, όπως ο Στράβων, αναφέρονται σ’ αυτήν περιφραστικά, χρησιμοποιώντας -σε αντιδιαστολή με τον αχανή κι ανεξερεύνητο κόσμο έξω από τις Ηράκλειες στήλες- τη φράση «η εντός και καθ’ ημάς λεγόμενη θάλασσα», που μετέφρασαν αργότερα οι Ρωμαίοι σε «mare nostrum», ημέτερη θάλασσα. Κι ενώ ο Διόδωρος ο Σικελιώτης χρησιμοποιεί για λόγους οικειότητας τον όρο θάλασσα σε αντιδιαστολή με τη λέξη ωκεανός, άλλοι όπως ο Πολύβιος προτιμούν τον όρο «mare internum» ή «mare insentinum», εσωτερική θάλασσα) ή και το «Μare magnum», Μεγίστη θάλασσα. Κι εντέλει, πρώτοι οι Λατίνοι και συγκεκριμένα ο Σολίνος, στα μέσα του 3
ου μ.Χ. αιώνα, αρθρώνει τον όρο «Mare Mediterraneum», θάλασσα, δηλαδή, «ανάμεσα σε δύο ηπείρους», ενώ η πατρότητα του ελληνικού όρου «Μεσόγειος» οφείλεται στον γεωγράφο - επίσκοπο Αθηνών Μελέτιο.  

Αναπόσπαστα κομμάτια της Μεσογείου, της Λευκής θάλασσας, ή θάλασσας των Ελλήνων, όπως αυτή ονομαζόταν κατά το  16ο και το 17ο αιώνα, το Σαρδώο, το Ιβηρικό και το Γαλλικό πέλαγος, ο Ταρτησσός Κόλπος, το Βαλεαρικό, το Λυγουρικό, το Λιγυστικό, το Αυσώνιο, το Τυρρηνό, το Σικελικό, το Ιωνικό, το Αιγαίο πέλαγος, η Αδριατική θάλασσα, το Ρόδιο και το Κύπριο πέλαγος, απλώνουν τις ακτές και τα μεσόγεια τοπία τους συνθέτοντας ένα παλίμψηστο εικόνων, που δεν θυμίζει άλλο τίποτε, παρά την ίδια τη Μεσόγειο, τη θάλασσα που μοιάζει ακόμη και σήμερα περισσότερο να ενώνει παρά να χωρίζει τις χώρες που περιτρέχει.   

Οι αδρές συντεταγμένες του εκχυλίσματος αυτού της νεότερης Μεσογειακής εικόνας που μου ζητήθηκε να υπογραμμίσω, οριοθετώντας το αποτύπωμά της μέσα από εκατοντάδες παλαιότερα ή νεότερα τοπία Ελλήνων και ξένων ζωγράφων που την εναγκαλίστηκαν, ορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από δύο πολύτιμες αναφορές: η πρώτη, ταυτίζεται με την οπτική γωνία και το συνεκτικό ιστό μιας έκθεσης που παρουσιάστηκε από το Σεπτέμβριο του 2000 έως τον Ιανουάριο του 2001 στο ανακαινισμένο Grand Palais, στο Παρίσι, με τίτλο «Μεσόγειος –από τον Courbet στον Matisse» και επιμέλεια της Françoise Cachin, διευθύντριας των Γαλλικών Μουσείων. Η δεύτερη, δεν είναι άλλη από την ανάγνωση της «Ωδής στον Πικάσσο», γραμμένης από τον Οδυσσέα Ελύτη στον αγαπημένο μεσόγειο τόπο του πρώτου, το Golfe Juan, το 1948. 

Η έκθεση στο Grand Palais, προσδιορίζοντας εξ αρχής το πεδίο της έρευνάς της τόσο γεωγραφικά (τα μεσογειακά παράλια ανάμεσα στην Καταλωνία και τον Κόλπο της Γένοβας), όσο και ιστορικά (με αφετηρία το 1850), αναφέρεται στην αδιαμφισβήτητη γοητεία που άσκησε το κομμάτι αυτό της Μεσογείου σε μια πλειάδα ζωγράφων, προερχόμενων κυρίως από τη Βόρεια Γαλλία ή την υπόλοιπη Βόρεια Ευρώπη. Η σημαντικότητα και η διαφορετικότητα των έργων που την απαρτίζουν, συμπεριλαμβανομένων των έργων ζωγράφων από την Ισπανία, την Ιταλία, αλλά και από τη Σκανδιναβία (που εκπροσωπείται από τον Edward Munch), δημιουργούν ένα σύνολο που βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με ένα νοητό χάρτη που καταγράφει τις διαδρομές των ζωγράφων στα παράλια της Μεσογείου. 

Αγνοώντας την παραδοσιακή αγάπη των προγενέστερων για τον οριενταλισμό, τη γραφικότητα ή την Αρχαιότητα, στοιχεία που κατά καιρούς ταυτίστηκαν με τη μεσογειακή ταυτότητα, οι ζωγράφοι αυτοί εστίασαν με τη σειρά τους στο μεσογειακό χρώμα και το φως, που έδρασαν επάνω τους με τρόπο αποκαλυπτικό, προτείνοντας μια νέα ελευθερία της εικόνας, βασισμένη στην τέρψη και τον αισθησιασμό του βλέμματος. Υιοθετώντας το σκεπτικό της έκθεσης, ο θεατής, αναζητά την άκρη του νήματος σε 8 διαδοχικές αίθουσες που συμπυκνώνουν τις θεματικές που κατά κύριο λόγο σαγήνευσαν τους ζωγράφους: Όχθες, Βράχια, Μυθολογίες, Δένδρα, Κατοικημένο τοπίο, Λιμάνια, Ρεμβασμοί και Ανοίγματα στη θάλασσα,  συνθέτουν την άυλη πρώτη ύλη του τοπίου.

Η αναπαράσταση των μεσογειακών παράλιων, είναι σύγχρονη με τη γέννηση της μοντέρνας τέχνης, σημειώνει ο Gilles Pellissier: «από το 1850 έως το 1925, από τον Courbet ως τον  Picasso, συντελείται μια κοσμογονία στην ιστορία της τέχνης: αν ο Delacroix είναι ο προπομπός, πρωταγωνιστές παραμένουν οι Courbet, Manet, Cézanne, Monet, Renoir, Van Gogh, Signac, Matisse, Derain, Bonnard, Braque et Picasso, για να μην κατονομάσουμε παρά τους γνωστότερους, που οι σχολές και τα ρεύματα που υπαγόρευσαν, ο ιμπρεσιονισμός, ο νέο-ιμπρεσιονισμός, ο φωβισμός, ο κυβισμός, η αφαίρεση, επηρέασαν πολλούς άλλους. Κι αν κάποιοι από τους τελευταίους, βρήκαν απλά την ευκαιρία να επαναλάβουν τις ανατολίζουσες ονειροπολήσεις που είδαν αρχικά το φως υπό διαφορετικές ιστορικές και καθημερινές συνθήκες, άλλοι εκδήλωσαν με τρόπο ηχηρό την αντίθεσή τους στις συμβατικές αναπαραστάσεις των Σαλονιών της Δεύτερης Αυτοκρατορίας: μέσω της δικής τους δυναμικής, διαμορφώνεται ένα από τα σημαντικότερα αισθητικά κινήματα». 

Πολλοί από τους ζωγράφους αυτούς, έλκουν την καταγωγή τους από το Βορρά, με μοναδική ίσως εξαίρεση το Cézanne, αυτόχθονα του Γαλλικού Νότου, που βεβαίως πρωτοστατεί στην ανάδυση της μοντέρνας τέχνης. Οι περισσότεροι φθάνουν στο μεσημβρινό Νότο, επιθυμώντας να ολοκληρώσουν μια απόπειρα που έχει ξεκινήσει άλλοτε στη Νορμανδία, κι άλλοτε στα περίχωρα του Παρισιού, κι ακόμη, να βρουν ένα ζωτικό μοτίβο που θα τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιθυμητή επανάσταση στη ζωγραφική τους, να εγκαταλείψουν την κοπιώδη σκίαση, να διεκδικήσουν το μαύρο σαν χρώμα… «Και το μοτίβο αυτό», γράφει ο Georges Roque, «δεν είναι άλλο από το φως: είναι το φως που καθιστά τα χρώματα πιο εντατικά, είναι αυτή η ένταση που ανανεώνει ραγδαία τη νεανικότητα της παλέτας, που εμψυχώνει τα τοπία σαν ένας Πύρρειος χορός», οδηγώντας στα  μεγάλα γυμνά του Cézanne, στην αποδόμηση και την επαναδόμηση της ύλης από τον Matisse και τον Picasso, (μέσω της κίνησης και του όγκου αντίστοιχα), στις δονήσεις του φωτός στα αφηρημένα σχεδόν εσωτερικά του Matisse, που περιγράφει με τρόπο γλαφυρό ετούτη τη μεταμόρφωση: «μια νέα αντίληψη του φωτός που έγκειται στο εξής: την άρνηση της σκιάς. Εδώ, τα φώτα είναι πολύ ισχυρά, οι ίσκιοι πολύ φωτεινοί. Η σκιά δεν είναι άλλο από ένας αυτοτελής κόσμος διαφάνειας και φωτεινότητας που αντιπαρατίθεται στο ηλιακό φως: πρόκειται για αυτό που αποκαλούμε ανταύγεια. Είχαμε, έως σήμερα, παραμελήσει τα χαρακτηριστικά αυτά, και στο μέλλον, σε ό,τι αφορά στη σύνθεση, είναι ένα κερδισμένο μέσον έκφρασης. Το να μπορώ να ξεριζώσω όλα αυτά που η τονικότητα άφηνε στην επιδερμίδα, είναι εκείνο που επιδιώκω…Αυτό το χρώμα εγκαταστάθηκε στα σωθικά μου. Αφέθηκα να το συναντήσω…».

Ακολουθώντας μια παράλληλη οπτική και μια κοινή αισθητική αντίληψη, οδηγούμαστε με τη σειρά μας, με αφορμή την έκθεση της Αθήνας και με γνώμονα την υπαίθρια εγκατάστασή της, στη θαλασσινή απεραντοσύνη του Courbet και στο λιτό λυρισμό των ιστιοφόρων του Monet, στα ανοιχτά παράθυρα με θέα του Bonnard και του Matisse, στην περιρρέουσα κοκκιδωτή ύλη των θερμών τοπίων του Cross και του Signac, στη νέα μυθολογία του Picasso, ή στο φωβισμό του Derain, του Braque και του Matisse με τα ανεπαίσθητα παιχνίδια των γραμμών και των όγκων. Κι ύστερα, στην υφή του ψάθινου καπέλου του Ν. Λύτρα, στη νωχελική φιγούρα σε κήπο του Γ. Μπουζιάνη. Στο αφαιρετικό καλοκαιρινό του Γ. Μόραλη και στα έξεργα βράχια του Κ. Τσόκλη. Στη θερινή ώρα του Γ. Τσαρούχη και στη μυθολογία του καθημερινού του Α. Φασιανού. Στην πολύχρωμη χάρτινη θάλασσα του ΠΑΥΛΟΥ και στην θάλασσα από χρώμα και φως του Π. Τέτση,. Περιηγούμαστε στη Μεσόγειο, μεθυσμένοι από ήλιο και θάλασσα, πλημμυρισμένοι από ηδεία μεσημβρινά αρώματα, άλλοτε μαντεύοντας την εναλλαγή στις τονικότητες κι άλλοτε παρακολουθώντας το χορό των χρωματικών εκρήξεων, συνειδητοποιώντας τον καθοριστικό ρόλο που εκείνη έπαιξε στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης. Και δεν μπορούμε παρά να προσθέσουμε, τους φυσικούς συνεχιστές αυτού του «βλέμματος», παλαιότερους και νεότερους, ξένους και Έλληνες, από τον Miro, τον Klee και τον Chagal, ως το Ν. Λύτρα, το Γ. Μόραλη και τον Π. Τέτση: «Νίκαια για μένα ήταν η Μεσόγειος, με το φως της, την ποίησή της, την πολύχρωμη φαντασίωσή της, ενίοτε τραγική…Ευχαριστώ τη μοίρα που με οδήγησε στα παράλια της Μεσογείου, στο Γαλλικό Νότο. Την ευγνωμονώ…», γράφει κάποτε ο Marc Chagall. Και ο Π. Τέτσης συμπληρώνει: «αυτόν (τον τόπο) έχω μέσα μου, το εκτυφλωτικό φως του, που τον κάνει να κολυμπάει απλωτά μεταξύ Σκυλλαίου ακρωτηρίου και Μυρτώου πελάγους, που δίνει τη συγκίνηση από τα παλιά και δύσκολα, μέχρι τώρα και πάντα, όσο που να τελειώσει η διαδρομή και επιστρέψω εκεί για πάντα. Η Ύδρα «με έδωκε το ωραίο ταξείδι χωρίς αυτήν δεν θα’βγαινα στον δρόμο μου…». 

Το «φως που γίνεται χρώμα», συνεχίζει να εκρήγνυται στους καμβάδες τους. Και τελικά, οι ίδιοι οι ζωγράφοι που αναζήτησαν εναγώνια αυτό το κάποιο μοτίβο, για να το βρουν στη σωματοποίηση του φωτός, το εγκαταλείπουν: «γιατί αυτό συντελείται πλέον μόνο του, όπως εξηγεί ο Matisse: «μια μέρα, συνειδητοποίησα ότι μπορούσαν να επανέλθω οποιαδήποτε στιγμή στο μοτίβο χωρίς να το αντικρίζω. Δεν είχα πια ανάγκη τον ήλιο, φέρω εντός μου το δικό μου φως».  

Στο πεδίο αυτό του φωτός και του χρώματος, τα γεωγραφικά σύνορα αποκτούν ελάσσονα σημασία: η «Ωδή στον Picasso», που ο Οδυσσέας Ελύτης συνέθεσε το 1948 στο Golfe Juan, μιλά με ευγλωττία για το μύθο, τη μεταφυσική, και την καθημερινότητα του Μεσογειακού τοπίου, αγκαλιάζοντας με την ποιητική των λέξεων, το λαμπερό μαύρο βλέμμα ενός άλλου δημιουργού που αγάπησε την Ελλάδα, χωρίς να τη συναντήσει. Οι απόψεις του Ελύτη καταγράφονται αναλυτικότερα στο δοκίμιο «Η σημασία της αντιστοιχίας στο έργο του Picasso», αναδημοσιευμένο στο περιοδικό Αντίπολις 1949 – 1951 από το παρισινό περιοδικό «Verve» (τ. VII. No 25-26), με επιμέλεια και παρουσίαση του Π. Βήχου σε ελεύθερη απόδοση από το γαλλικό πρωτότυπο που μαζί με ένα κείμενο του D. H. Kahnweiler, συνόδευε την πρώτη παρουσίαση των μεσογειακών έργων του Picasso. Αντιμέτωπος με τη φωτεινότητα του St. Jean Cap Ferrat, το 1951, ο Ελύτης γράφει: «…Δεν επεδίωξε ποτέ του να συναντηθεί με την Ελλάδα, η Ελλάδα όμως βρήκε τον τρόπο να σταθεί στο δρόμο του. Από την ημέρα εκείνη ο ήλιος του Vallauris  και η θάλασσα του Golfe Juan κηδεμονεύουν τα βήματά του. Μας μιλά για τη γυναίκα που αγαπά και για τα δύο μικρά του παιδιά και μας μιλά για ολόκληρο το Σύμπαν. Ορθός και ηλιοκαμένος, ιδού, τον βλέπουμε σήμερα να προχωρεί ανάμεσα στα δύο αρχέτυπα που εκφράζουν ευγλωτότερα το μήνυμά του: την Κυοφορούσα Γυναίκα και την πασίγνωστη Αίγα της Μεσημβρίας. Μέσα στη σκοτεινή δροσιά των εργαστηρίων του Vallauris έχει κανείς την παράξενη αίσθηση ότι φυσά ο ίδιος εκείνος γνώριμος αέρας που συχνά, στην Μεσόγειο, κάτω από έναν θηριώδη μεσημεριάτικο ήλιο, ξεσηκώνει τα κύματα και ξεβράζει στους έρημους γιαλούς λογιώ – λογιώ μικροαντικείμενα: ένα παλιό τρύπιο καλάθι, ένα άδειο κουτί από κονσέρβα, δύο – τρία ξερόκλαδα, κάμποσα κομματάκια από σπασμένα γυαλιά ή κανάτια πήλινα. Δε μου φάνηκε καθόλου παράξενο που τα ξανασυναντούσα, αυτά τα ευρήματα μιας αμέριμνης στιγμής, ενσωματωμένα σοφά και στέρεα μέσα στα έργα που μόλις είχαν βγει από τα χέρια του γλύπτη Πικασσό. Μία τέτοια χειρονομία, που σ’ έναν άλλο θα μπορούσε να μοιάζει με απλό παιχνίδι, εδώ πέρα αποκτούσε όλη τη μυστηριακή σοβαρότητα μιας πράξης τελετουργικής, υπαγορευμένης θα έλεγες από μιαν άγνωστη θρησκεία. Κι ήταν αλήθεια μια θρησκεία που την αναγνώριζα κι εγώ, που μου φαινόταν οικεία, σα νάμουν, χωρίς ποτέ να το ξεκαθαρίσω μέσα μου, απ’ ανέκαθεν ο πιστός και ο ιερέας της. Ίσως γι’ αυτό άλλωστε και νάνοιωσα ένα είδος παράπονου κάτι σαν ζήλια που τα μεγάλα αυτά σύμβολα της Μεσημβρίας, τα αρχέτυπα που κατέβαιναν θαρρούσες από τα βάθη καιρών αμνημόνευτων, δεν είχαν πραγματοποιηθεί κι αυτά σ’ ένα από τα μυθικά νησιά του Αιγαίου, όπου τα δάχτυλα του ανθρώπου με την αφελή εκείνη αδεξιότητα που δε λαθεύει ποτέ, τολμήσανε κάποτε να πρωτοπλάσσουνε την άμορφη ύλη. Αλλά προς τι; Το δίδαγμα ήτανε το ίδιο: να μιλάς γι’ αυτά που αγαπάς, γι’ αυτά μονάχα, με τα ελάχιστα μέσα που διαθέτεις, αλλ’ από την ευθεία οδό, την οδό της Ποίησης». 

«Ένστικτο ποιητικό, ένστικτο βαθύτατα δημιουργικό, αυτό που βάζει τους απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, να στήνουν με ταπεινή χαρά τα σπιτικά και τα καράβια τους….Κόσμος υπέρτατης απλότητας, όπου τη νύχτα οι κουκουβάγιες στηλώνουν τα μάτια τους ορθάνοιχτα και όπου την ημέρα, οι με χίλιους τρόπους ιστορημένες μορφές σε ξαναοδηγούν, άθελά σου, από την πολλαπλότητα του κόσμου στη μια του και μόνη ουσία. Είτε Vallauris λοιπόν τον ονομάσουμε αυτόν τον χώρο είτε «ανθρώπινη περηφάνια», τον βλέπουμε να υπάρχει εκεί, δοσμένος μια για πάντα…Είναι ο χώρος που όπως είπαμε στην αρχή, αντιστοιχεί στο σύνολο από τις κινήσεις που χαρακτηριστικά κινητοποιεί ο Πικασσό για ν’ ατενίσει κατά πρόσωπο την εποχή του. Αλλά είναι συνάμα – και αυτό έχει σημασία – το ύστατο σημείο όπου το φως του ήλιου και το αίμα του ανθρώπου δεν αποτελούν παρά ένα και το ίδιο πράγμα».

Τα παράλληλα ετούτα εικόνας και λόγου, μας οδηγούν στο σκληρό κουκούτσι της Μεσογείου, όπου ο τόπος του Μύθου και η Μυθολογία του Τοπίου ταυτίζονται. Στο ασύμμετρο κι ευσύνοπτο τοπίο του ποιητή, επανέρχεται και ο Jean-Daniel Pollet στο 40΄ ποιητικό ντοκυμαντέρ του με τίτλο «Méditerranée», (1963): σε ένα νοητό νήμα φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους στοιχείων, ο Pollet επιλέγει να κινηματογραφήσει τη Μεσόγειο δομώντας έναν άυλο χώρο αισθήσεων, όπου οι εικόνες παρατάσσονται διαδοχικά χωρίς οι προθέσεις του δημιουργού να αναλύονται: αρχαίοι ερειπιώνες, διάδρομοι, το βλέμμα ενός κοριτσιού, ένα αιγυπτιακό ειδώλιο θεότητας, συνομιλούν με τις εμμονές του: σκοτάδι και φως, χάος και τάξη, ζωή και θάνατος. 

Κι ίσως ακόμη να πρέπει να ξανασκεφτούμε το διαχρονικό έργο του μεγάλου ιστορικού Fernand Braudel (1902-1985), «La Méditerranée et le monde méditerranéen a l'epoque de Philippe II»,  (βλ. «Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β' της Ισπανίας», μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης). (βλ.  και «La Méditerranée, les hommes et l'heritage»/«Η Μεσόγειος : άνθρωποι και πολιτιστική κληρονομιά», μτφρ. Κώστας Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1991). Γιατί η πεμπτουσία του ιστοριογραφικού αυτού μνημείου του 20ου αιώνα, είναι ακριβώς εκείνη που οδήγησε σε ετούτη τη διαχρονικότητα: εκπρόσωπος της Σχολής των Annales, και έχοντας σε πολύ νεαρή ηλικία υπηρετήσει ως καθηγητής γυμνασίου στην Αλγερία, όπου «ανακαλύπτει» τη Μεσόγειο Θάλασσα, υποστήριξε τη «μελέτη της μακράς διάρκειας», προτείνοντας τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα σε διαφορετικές ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως η γεωγραφία και η οικονομία, και σε αντίστιξη με αυτό, την αποποίηση του μεμονωμένου γεγονότος, του παράδοξου, την «ιστορία των μαχών», που διαδραματίζεται σε βραχείες περιόδους. Στο γεω-ιστορικό έργο του, που συνδέεται με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου το 1492, και τη φαινομενική συνέπεια της απώλειας της απόλυτης οικονομικής για την ως τότε κρατούσα Μεσόγειο, κεντρική φιγούρα δεν είναι ο βασιλιάς της Ισπανίας, Φίλιππος Β΄, αλλά η διαχρονική θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου. Πρόκειται για μια ιστορία έξω από το χρόνο, «σχεδόν ακίνητη», «για την ιστορία του ανθρώπου και των αναφορών του στο περιβάλλον που τον περιστοιχίζει». Ο Braudel αναφέρεται στα βουνά –στα φυσικά χαρακτηριστικά τους, στους πολιτισμούς τους, στις θρησκείες τους, στη διασπορά των πληθυσμών τους. Αποκαλύπτει τους λόφους και τα οροπέδια, τα ποτάμια και τις πεδιάδες, τους διαπολιτισμούς και τους νομάδες που τα κατοικούν. Μελετά τις διαφορετικές θάλασσες που συνθέτουν τη Μεσόγειο, τις «ηπειρωτικές όχθες», τις χερσονήσους και τα νησιά, τους κατοίκους και τους τρόπους ζωής τους. Στρέφει το βλέμμα στη «Μεγαλύτερη Μεσόγειο», μιλώντας για τη Σαχάρα, το «δεύτερο πρόσωπο της Μεσογείου», για τα καραβάνια του χρυσού και το εμπόριο των μπαχαρικών. Εξερευνά τη «φυσιοκρατική» ομοιογένεια» -το κλίμα και την ιστορία, το φαινόμενο της ξηρασίας που αποτελεί στην ουσία το «μεσογειακό φλέγμα» και ανασυνθέτει την «ανθρώπινη»: άνθρωποι, δρόμοι και πόλεις, πόλεις, δρόμοι και άνθρωποι.

Πρόκειται για μια ιστορία «με αργούς ρυθμούς», μια ιστορία κοινωνική, στο πλαίσιο της οποίας ο Braudel μελετά τις οικονομίες, τις κοινωνίες, τους πολιτισμούς, σχεδιάζοντας τους άξονες της δια ξηράς επικοινωνίας, μετρώντας τις εμπορικές αποστάσεις, αξιολογώντας τα μεγέθη των υπαίθριων αγορών και τις ζώνες επιρροής των λιμένων. Η περιπλάνησή του στη Μεσόγειο συνεχίζει με την καταμέτρηση του πολιτισμικού αλλά και του ορυκτού πλούτου, τη διαμόρφωση των τιμών, το εμπόριο και τις μεταφορές, τους εμπορικούς στόλους και το εμπόριο του πιπεριού και των σιτηρών, τις αυτοκρατορίες των εθνών, τον εβραϊκό και τον τουρκικό παράγοντα, τους αστούς και τους ευγενείς, τους πένητες  και τους σκλάβους, την ειρήνη και τις «μορφές του πολέμου». Κι ο επίλογος του έργου του, συνδιαλέγεται με την «παραδοσιακή ιστορία», στην οποία ο ίδιος ελάχιστα πιστεύει, μια ιστορία που προσμετρά λιγότερο την κλίμακα της ανθρωπότητας και περισσότερο την επαναλαμβανόμενη αλυσίδα των γεγονότων ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα, όπου η Μεσόγειος εμφανίζεται ως το θέατρο της μόνιμης αντιπαράθεσης μεταξύ του Χριστιανισμού και του Ισλαμισμού. Στον αντίποδα ωστόσο, βρίσκεται ο δικός του ενδιάμεσος και άχρονος «χρόνος», που στοιχειοθετεί μια «απόλυτη» ιστορία της Μεσογείου, όπου οι εσωτερικοί δεσμοί μοιάζουν να είναι πολύ περισσότεροι από τις πολιτικές και τις θρησκευτικές διαφορές. 

Ακολουθώντας το δικό του οξυδερκές βλέμμα, και μαζί, το εξονυχιστικό των ζωγράφων, μπορούμε σήμερα, με αφορμή την αθηναϊκή έκθεση, να σκεφτούμε και πάλι τη Μεσόγειο σαν μια αυτόνομη οντότητα. Να επιβιβαστούμε στην Air Méditerranée, με βάση τη γαλλική Λούρδη, ή στο LGV Méditerranée, τη γαλλική ταχεία που συνδέει το Γαλλικό Βορρά με το Νότο. Να επισκεφθούμε τοUniversité de la Méditerranée (U2) -με έναν αρχαίο ναό και ένα κλαδί ελιάς στο θυρεό του-, που από κοινού με το Université de Provence (U1) και το Université Paul Cézanne (U3) αποτελούν το campus Aixois, το πανεπιστημιακό δίκτυο των ανθρωπιστικών επιστημών του Aix en Provence και της Μασσαλίας. Να ανατρέξουμε στις δράσεις του Plan Bleu, και συγκεκριμένα σε ένα ευρω-μεσογειακό συνέδριο που οργανώθηκε στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο, από το Πανεπιστήμιο Paris 11 και το Πανεπιστήμιο της Παντείου, με αντικείμενο τα δυνητικά τοπικά μέτρα των μεσογειακών χωρών για την προστασία του οικοσυστήματος, με αφορμή την κατάταξη της Μεσογείου στο επίκεντρο της βιο-διαφορετικότητας. Να επισκεφτούμε αρχαιολογικούς τόπους και σκεπαστές αγορές. Να κολυμπήσουμε σε μεσογειακές θάλασσες, να γευτούμε τις γεύσεις ενός κοινού τόπου, να ξεδιψάσουμε με νερό και κρασί από γειτνιάζοντα σε φόρμα και διάκοσμο κεραμικά λαγήνια. Να μετρήσουμε τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, τα βράχια, τα κύματα και τις ακτές από πηλό. Να εισχωρήσουμε σε χαμηλόφωτα εσωτερικά με χωμάτινα και σανιδένια πατώματα, να γείρουμε σε τραχιά υφαντά. Να θυμηθούμε τη Μελίνα Μερκούρη να τραγουδάει βραχνά τη Μεσόγειο, ή να λικνιστούμε στη συχνότητα του Medi 1, του ραδιοφώνου του μεγάλου Maghreb του Μαρόκου, και στη συνέχεια να καταλύσουμε στο Hotel Mediterranée της Βηρυτού για μία ταραγμένη μα έναστρη μεσογειακή νύχτα.  

Ίρις Κρητικού
Ιούνιος 2008